Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

 


Ενύπνιο. Το πρώτο.

 

Πλάγιασα βαρύς. Απ’ την πλευρά που ’ρχονται τα κακά όνειρα.

Ήτανε λέει παλιές μου τάξεις, μαθήτριες και μαθητές, μέχρι είκοσι χρόνια πριν. Όλοι τους γερασμένοι κι ανήμποροι κι εγώ όπως είμαι τώρα που γράφω, μεσόκοπος. Και να ζηλεύουν τα δικά μου χρόνια και να με κοιτάνε πώς κοιτά ο μάστορας τον άμαθο τον κάλφα που φτιάχνει τέχνη κακή.

            Τι έκανα, τι δεν έκανα –όλα χωρέσαν μέσα στο γιατί που μου φώναξαν και μ’ έβγαλε απ’ τ’ όνειρο.

  

Ενύπνιο. Το δεύτερο.

 

Να κατηφορίζεις την πλατεία Ναβαρίνου μ’ εκείνο το υποσχετικό σου πουκάμισο κι εμένα να μη με νοιάζει το τρέμουλο ούτε οι σκοτοδίνες που κοπανούσα σφηνάκια –μόνο τα λόγια μου που πέθαιναν αφίλητα στο στόμα.

 

Κερατά κόσμε! Πόσα θες να μου ξαναχαρίσεις τέτοιο θάνατο!

 

 

Κ.Κ. 11-’2022


Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2022

 

Από το πουθενά

 

Κι ας ήταν ένα πρωί του πουθενά, με μποτιλιάρισμα και με τον κόσμο μυρμήγκια στη στάση. Απ’ αυτό το πουθενά εμφανίστηκες, με το ούτι στον ώμο και το μαλλί κατράμι, ξόδεμα απ’ τον σφιχτό σου κότσο. Σύννεφο να τραγουδάς την ψίχα της Ανατολής και το νερό της Δύσης. Και το φτερό σου να σκάει στις χορδές πώς σκάει η θάλασσα στα βράχια. Φως μου, τι σκοτάδια σε κύκλωσαν!

Τέλος, πλησίασε το λεωφορείο. Έβγαλες το πτυσσόμενο μπαστούνι. Ανέβηκες ψηλαφώντας. Τρεις στάσεις μετά, λίγο πριν κατεβείς, σκάλωσες το φτερό σου στις χορδές. Γύρισες τα μάτια σου να με κοιτάξεις.

 

Κόντυνε η ανάσα μου από τότε.

 

 

Κ.Κ. 21-10-’22

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022



Ράβε - ξήλωνε


Ξηλώνεται η αγάπη –όταν τη φοράμε όπως οι καραβανάδες τα διακριτικά τους. Για να το πούμε αλλιώς, η αγάπη είναι η μόνη ραφή που υπάρχει μονάχα για να ράβεται –κάθε βροτός βελόνα και κλωστή.

 

Κάθε ξήλωμα, με τις οδύνες του, μια προοπτική συρραφής.

 

Κάθε γέννα, με τις ωδίνες της, ξήλωμα. Η αγκαλιά της μάνας η πιο γερή ραφή.

 

Αγάπη είναι η ροπή του καρφιού προς το ξύλο –και αντιστρόφως.

 

Μακρύς και φιδογυριστός ο δρόμος της αγάπης –πάνω απ’ όλα αμφίδρομος. Αν τον πάρεις μόνος, σε μια φουρκέτα το φίδι δαγκώνει την ουρά του.

 

Η αγάπη κάστρα καταλεί –για να τα χτίσει ψηλότερα. Έτσι μ’ αυτό το ράβε - ξήλωνε αγγίζουμε κάποτε τον ουρανό.

 

Κ.Κ. 15-10-’22

 

 

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022




Ζυγιά

 

Τρία κατάρτια μπρούτζινα

κι οχτώ μαλαματένια

κι οι ναύτες παιχνιδιάτορες

κουρντίζουνε το κύμα

 

Η λύρα είναι θάλασσα

κι η θάλασσα είναι λύρα

και το λαγούτο Ζέφυρος

Μαΐστρος, Τραμουντάνα

 

κι όντας θα ζευγαρώσουσι

και πούσι το γιαλέσα

βαρεί σκοπό επτάσημο

ο μέγας χορδοσείστης

 

κι ο Χάροντας λιγώνεται

θρηνεί, μοιρολογιέται

 

 

Κ.Κ. 12-10-’22


Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2022

 


Όταν αδειάζει ένα σπίτι

 

Όταν αδειάζει ένα σπίτι το παίρνει μυστικό ποτάμι. Στα κούφια του δωμάτια ρέει ο χρόνος των παλαιών κατοίκων. Η κρεβατοκάμαρα είναι γεμάτη από νεκρά κύτταρα ηδονών. Στο παιδικό η αθωότητα παίζει –ξεχασμένη πια– με τα παιχνίδια της. Στα ντουλάπια της κουζίνας τα γυαλικά με το ρυζόγαλο και την κανέλα. Στο καθιστικό φαρδιά - πλατιά η καθημερινότητα –κοιμάται με την τηλεόραση ανοιχτή. Στο σαλόνι το σπίτι καδράρει τον εαυτό του. Στην τουαλέτα κλειδωμένη η προσφύγισσα εφηβεία.

       Μέχρι να περάσεις απ’ όλα τα δωμάτια το σπίτι εκβάλλει στο δικό του σπίτι κι αυτό στο δικό του κι όλο πάει, ώσπου τα πάθη μας ανεβαίνουν ψηλά κι ανάβουν τ’ αστέρια.

 

Κ.Κ. 09-10-’22

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

 


Νέκυια

 

Ι

Καθώς έφευγε ο Οδυσσέας απ’ τον Άδη ήρθε και του ’φραξε τον δρόμο ο Αστυάνακτας, που οι Αχαιοί γκρεμίσανε μωρό απ’ τα τείχη της Τροίας. Τα χέρια του Δαναού μες στα αίματα.

«Θεού θέλημα» φώναξε ο Αστυάνακτας κι άρχισε να του γλείφει τις παλάμες. Τελειώνοντας «Έτσι λατρεύεται ο Άνθρωπος» είπε κι έφυγε.

 

Έκτοτε ο Οδυσσέας μηχανεύεται τον νόστο του και κάθε βράδυ ρίχνεται μωρό απ’ τα τείχη της Τροίας.

 

ΙΙ

Το αίμα σαν το ποτάμι –δεν γυρίζει πίσω.

 

ΙΙΙ

Ο θάνατος, μαύρος καθρέφτης, αντανακλά τη ζωή –καθώς την προϋποθέτει.


Κ.Κ. 01-10-'22

 

Η Ανδρομάχη προσπαθεί να διαφυλάξει τον Αστυάνακτα από τον Οδυσσέα.

Silvestre, Louis de, 1708.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

 

Διάλογος

 

Α

κάθε που σε τσαλακώνω

τα μάτια σου πάνω μου

βαριά νεροποντή

 

υπάρχει βεβαίως και η ποίηση

μα πόσα κρίματα

κι αυτή να σηκώσει;

 

Β

κάθε που με τσαλακώνεις

μαύρο πουλί στα μάτια μου

η διάψευση

 

υπάρχει βεβαίως και η θάλασσα

μα πόσα δάκρυα

κι αυτή να χωρέσει;

 

[…]

 

Τέτοια ακούγοντας η θάλασσα κι η ποίηση έφυγαν –για να μην απορείτε πώς στέρεψε ο κόσμος.

 

 

 

Κ.Κ. 25-09-‘22