Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

 


Εξομολόγηση ενός κολλητού

 

Μ’ είχε νηστέψει η μάνα. Τις δύο τελευταίες μέρες χωρίς λάδι. Μου το ’πε καθώς μ’ ετοίμαζε να κοινωνήσω. Ύστερ’ από λίγο βρισκόμουν στο μπακάλικο του πατέρα.

-     Η μαμά είπε να σου γυρέψω μετάνοια. Θα με συχωρέσεις;

-     Δε γίνεται έτσι. Πρέπει να γονατίσεις και να μου φιλήσεις το χέρι. Πάμε πίσω.

 

Το πίσω ήταν ο χώρος πίσω απ’ το ψυγείο, ένα μεγάλο ψυγείο μάρκας «Τόλης» με νοτισμένα τζάμια κι από πάνω μια στοίβα με χαλβάδες -το οιονεί άδυτο του μαγαζιού.

       Την ώρα που του φιλούσα το χέρι τα μάτια μου καρφωμένα στη γωνιά του πάγκου, δίπλα στο ξύλο που κόβαμε το τυρί· εκεί που είχα βρει τυλιγμένη σε μια λαδόκολλα την τράπουλα με το σκληρό πορνό.

-     Τι είναι αυτά, μπαμπά;

-     Τίποτε. Μου τα ’φεραν να τα δώσω σ’ ένα πελάτη.

 

Ακόμη αυτή η συχώρεση. Σαράντα πέντε χρόνια πια. Δεν ξανανήστεψα. Κι εκείνος νεκρός.

 

Κάπως έτσι μου τα ’πε. Ε, τα ’στρωσα και λίγο συγγραφική αδεία.

 

Κ.Κ. 11-08-’22

Σάββατο 13 Αυγούστου 2022

 


Δεκαπενταύγουστος (ξανά)

 

Δεκαπενταύγουστος. Ο Αη-Γιώργης και πάλι το θεριό -λένε. Οι ιατροδικαστές μετρούν τις πληγές. Συντάσσουν το πόρισμα. Νεύουν. Οι εκατόνταρχοι δίνουν το σώμα στο πλήθος. Θέρως νενίκηται.

 

Στο μεταξύ ο προφήτης ετοιμάζει το αλέτρι, τους σπόρους, μοιράζει ξανά στα τζιτζίκια τις παρτιτούρες της ρυθμικής αγωγής· διδάσκει και πάλι στα σώματα τις πληγές των ερώτων.

 

«Γίνονταν ωραίοι έρωτες, γιατί πήγαιναν μαζί στο θάνατο. Ο θάνατος δεν είχε την έννοια του θανάτου. Είχε την έννοια της ζωής. Πηγαίναμε να πεθάνουμε για την ωραία ζωή.»

Διδώ Σωτηρίου

 

Κ.Κ. 15-08-’22

 

Το παιδί της Παναγιάς

 

[Λαύρα. Οι εκδρομείς καραβιές. Οι τσιγγάνοι στην προκυμαία. Η εμπριμέ παραλία. Οι ευλαβείς προσκυνητές. Οι πάγκοι στον περίβολο. Οι επίσημοι. Η εποποιία του δεκαπενταύγουστου.

Δύο άντρες συζητούν σε παραλιακό καφενείο. Ο ένας με συγγραφικές περγαμηνές, περπατημένος. Ο άλλος λαϊκός, ξενιτεμένος χρόνια, σε θερινές διακοπές στον γενέθλιο τόπο.]

 

«Θεομπαίχτες!»

«Μάζεψε το στόμα σου ανόητε! Ας μην ήταν η χάρη Της και να δεις πόσοι θα μέναμε στο δρόμο!»

«Ναι! Για σας κοιμήθηκε η Παρθένος... Για να μαζώνετε λεφτά απ’ τα κορόιδα και να τα σκορπάτε στα ξύδια και στις γυναίκες. Οι μεγαλόσταυροι σας μάραναν!»

 

-     Πάνω κάτω έτσι εξελισσόταν ο διάλογος. Ηδονιζόμουν να τον ακούω να τους πατάει τον κάλο. Πιο πολύ γιατί δεν του γύριζαν πίσω σχεδόν τίποτε –δεν είχαν άλλωστε, ο τύπος ήταν καθαρός ουρανός. Αυτοί κάνανε πλάτες ο ένας του αλλουνού –ελληνική επαρχία, αλληλεγγύη της λερωμένης φωλιάς.

Εκείνος πάλι αλληλεγγύη κανονική, άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο. Σχολούσε απ’ το ξενοδοχείο και γραμμή στο camp. Εθελοντής στα μαγειρεία. Στο νησί είχαν αρχίσει από καιρό να φτάνουν οι σκυλοπνίχτες από απέναντι.

 

Την Αϊσέ –οι γονείς της μουσουλμάνοι της Συρίας– την έλεγε «παιδί της Παναγιάς». Η μάνα της, σχεδόν γριά, άκουσε για τη μονή της Παρθένου της Σεϊντνάια, που συντρέχει όλες τις άτεκνες, χριστιανές και μουσουλμάνες. Δύο βραδιές νυχτέρεψε μπροστά στο εικόνισμά της κι εκείνη έκανε το θαύμα της.

      Η Αϊσέ βγήκε ανατολίτισσα με παριζιάνικη μύτη, φρύδια γραμμένα και χειλάκια για διαφήμιση. Ξύπνιο παιδί, από μικρό μέσα σ’ όλα.

      Τον πόλεμο τον μυρίστηκε από νωρίς. Παράτησε δευτεροετής το πανεπιστήμιο, σήκωσε μικροκαταθέσεις, σκότωσε χρυσαφικά, φίλησε μάνα και πατέρα και πήρε τον μεγάλο δρόμο. Είχαν κάτι συγγενείς στη Γερμανία.

Τα λεφτά σώθηκαν στα μικρασιατικά παράλια. Έπεσε στην ανάγκη των λαθροδιακινητών. Πάνω απ’ το κορμί της πέρασαν. Τα χειλάκια τα ’ραψε στο hot spot –όχι σε ένδειξη διαμαρτυρίας, από φόβο μην της ξεφύγει κουβέντα. Μάταια όμως. Υπήρχαν καλοθελητές –κι είχαν μάθει.

      Στο camp το κακό συνεχίστηκε. Άντρες –μικροί και μεγάλοι. Κάποιες σιωπές πληρώνονται.

      Δεν εμπιστευόταν άλλον. Τον περίμενε κάθε απόγευμα να την πάρει μαζί του στα μαγειρεία, ν’ ανασάνει. Μιλούσαν ελάχιστα. Εκείνος είχε καταλάβει –είχε δει τα βλέμματά τους τα λαίμαργα. Είχε κάποιες γνωριμίες στο camp, είπε να την προσέχουν.

      Λάλησαν όλοι τότε: η «χριστιανογεννημένη», η «προδότρα του Αλλάχ», η «μαγαρισμένη».

      Οι συναντήσεις στα μαγειρεία συνεχίστηκαν. Το κορίτσι όμως έκλαιγε βουβά δάκρυα. Λέξη δεν της έπαιρνε. Ούτε αυτός ούτε οι ψυχολόγοι των ΜΚΟ. Ύστερα μπήκε σε αγωγή βαρέως τύπου.

      Σαν σήμερα τη βρήκανε. Βιασμός κατ’ εξακολούθηση και ανθρωποκτονία. Τρόμαξαν να τη γνωρίσουν. Τα σύνεργα του εγκλήματος όλα απ’ τα μαγειρεία. Με τα δακτυλικά του αποτυπώματα.

      Οι καλοθελητές κελαηδούσαν. «Σημαδεμένη», «Μπαστάρδικο των απίστων» και άλλα.

 

-      Κι εσύ πού τα έμαθες όλα αυτά;

-      Τον επισκέπτομαι στη φυλακή.

-      Στο δικαστήριο τι έγινε;

-      Τους είπε ότι τους είχε δει να τους παρακολουθούν στα μαγειρεία. Δε βρέθηκαν όμως μάρτυρες. Κι όσο για αποτυπώματα, παντού μόνο τα δικά του. Ούτε γενετικό υλικό ούτε τίποτε.

-      Το ’χανε στήσει καλά μάλλον. Είναι ν’ απορείς όμως.

-      Με τι;

-      Να, πώς γίνεται βασανισμένοι άνθρωποι να γίνονται τόσο σκληροί.

-      Και τι νομίζεις, πως τα βάσανα μαθαίνουν ανθρωπιά;

-      Πότε θα ξαναπάς επισκεπτήριο;

-      Σε ένα μήνα περίπου, που θα κατεβώ Αθήνα.

-      Τους χαιρετισμούς μου να του στείλεις. Πρέπει να με θυμάται.

 

[Οι άντρες συζητούν για λίγο ακόμη κι ύστερα χωρίζουν.

Η Παναγιά παίρνει αγκαλιά το παιδί της και κοιμάται. Στον ύπνο της ονειρεύεται μια κόρη· παριζιάνικη μύτη, φρύδια γραμμένα και χειλάκια για διαφήμιση. Σαν ξυπνά, βρίσκει μπροστά στο εικόνισμά της μια γυναίκα μεγάλη, σχεδόν γριά.

 

Νυχτέρευε δύο μέρες παρακαλώντας για παιδί.]

 

Κώστας Κουτρουμπάκης

Πρώτη δημοσίευση στις 15-8-2020 στην εφημερίδα Αυγή

Συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Οι εκπαιδευτικοί γράφουν…, εκδ. Γράφημα, 2020

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

 


Δελτάριο σ’ έναν ποιητή (2)

 

Μπαξέ τσιφλίκι, 08-08-’22

Αγαπητέ μου Οδυσσέα Ελύτη,

 

μεσούντος του θέρους

και της εξ αυτού δόξης των σωμάτων

σου μηνώ

 

η αγκαλιά

δεν διαμελίζεται

δεν διαιρείται

διάγει ακεραία και άφθαρτος

εν γένει και εν είδει

 

η αγκαλιά

είναι το πιο γρήγορο άλμα

 

Σός ειλικρινώς

Κώστας

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

 


Με τ’ όνομά σου

 

Ο Θάνατος είναι βαριά

Σαράντα γιατροί και γιατρικά

 

Σαράντα μέρες

Τόσες βαστά η σιωπή

Ύστερα αρχίζει η μνήμη τ’ αναστάσιμα

 

Με τ’ όνομά σου

θα σε θυμάμαι

π α τ έ ρ α


Κ.Κ. 06-08-'22

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

 


Η δική μου Αμμουλιανή

 

Η δική μου Αμμουλιανή είναι ένα δίπατο σπίτι του εποικισμού, εργολαβικό, χτισμένο το 1925. Τα βράδια ο παππούς ο Κώστας το σηκώνει ψηλά στον ουρανό και το προσγειώνει μαλακά στ’ αμπέλια της πατρίδας του, της Γαλλιμής, στο νησί του Μαρμαρά, στην Προποντίδα. Η γιαγιά μου η Δοξούλα τον μαλώνει, γιατί κάτι τέτοια είναι αμαρτία και μόνο ο Θεός μπορεί και τα κάνει. Αλλά ποιον ακούει ο παππούς; Αρπάζει την τσάπα, ιδροκοπά και ξυπνάει τ’ άλλο πρωί μαστουρωμένος, σνιφάροντας γαλλιμίτικο φρεσκοσκαμμένο χώμα. Βρίσκει τη γιαγιά με το τσιγκελάκι να πλέκει τις προσευχές της σεμεδάκια και να ποτίζει τα λουλούδια στην πάνω γωνιά της αυλής. Πέντε αγόρια με τα κοντοβράκια χειμώνα καλοκαίρι είναι μες στα φουστάνια της και διαρκώς πεινάνε. Εγώ είμαι στο καμαράκι, στην αγαπημένη μου στάση, ξαπλωμένος ανάσκελα ν’ ακούω τα τζιτζίκια που τραγουδάνε απ’ το πρωί και να βλέπω αρμαθιές με κάτι τεράστιους σπάρους κρεμασμένους απ’ τα δοκάρια της οροφής. Βάζω τη μάνα να μου τους τηγανίσει. Σπαρταράνε μισοζώντανοι μέσα στο λάδι που τσιτσιρίζει. Έχω το όνομα του παππού. Σνιφάρω την αιθάλη της ημιυπόγειας προσφυγικής κουζίνας.

Μου αρέσει που δεν έχει ρεύμα το σπίτι στην Αμμουλιανή. Τα βράδια ανάβουμε λάμπες πετρελαίου και καθόμαστε για δροσιά στην εξωτερική σκάλα με τις θείες και τα ξαδέρφια μου. Τις άφεγγες νύχτες μαύρη πίσσα κολλάει στον δρόμο. Περνά τότε ο Θεοδόσης με το χειμωνιάτικο παλτό του κουμπωμένο κατακαλόκαιρα. Αν δεν τρώμε το φαΐ μας θα μας αρπάξει. Με το φεγγάρι, ο Άθως υψώνεται πάνω απ’ τα νερά. Κρυφό μυστήριο.

Τα πρωινά η αδερφή μου κάθεται στην πίσω αυλή κάτω απ’ τη ροδιά με το δικό της τσιγκελάκι και πλέκει βαρκάδες με γκόμενους και ρουφηχτά φιλιά. Στο καμαράκι φιλοξενούμε τη φίλη της τη Λιάνα. Φοράει μπικίνι και πουκαμίσα με αβυσσαλέο ντεκολτέ. Οι σπάροι γίνονται χελιδονόψαρα και πετούν μακριά. Στα δοκάρια της οροφής προβάλλονται νυχθημερόν οι εφηβικές μου ονειρώξεις.

Όλες αυτές οι εξάψεις βέβαια αποδείχτηκε ύστερα από κάποια χρόνια πως ήταν πάνω πάνω, στον σοβά. Από κάτω η αθέατη για μας πραγματικότητα, η βεβιασμένη λήθη: «Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους». Πρίγκιψ Ανδρέας, γράμμα στον Ιωάννη Μεταξά.

Για κάθε τέτοια παλιοκουβέντα, για κάθε τέτοιο φαρμάκι, η γιαγιά μου έχει πλέξει ένα σεμεδάκι, έχει φυτέψει ένα λουλούδι στην αυλή κι ο παππούς μου έχει ρίξει έναν κόμπο ιδρώτα στην άγονη γη της Αμμουλιανής. Και τώρα που μεγάλωσα, τώρα βαθιά καταλαβαίνω την εμμονή τους σ’ αυτές τις ατέρμονες ασχολίες που στα παιδικά μου μάτια φάνταζαν τόσο βαρετές. Ναι, η ομορφιά εξανθρωπίζει αλλά είναι εύθραυστη και θέλει πιστούς κι άοκνους υπηρέτες. Κι αν κάτι φέρουμε ως ζώσα παράδοση κληροδοτημένη από τους Μικρασιάτες προγόνους μας είναι ακριβώς αυτό, η διαρκής οφειλή μας στο ωραίο. Όχι για να καμωνόμαστε τους σπουδαίους αλλά γιατί έτσι νοηματοδοτείται η ζωή μας ή, για να το πω διαφορετικά, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.

Το σπίτι στην Αμμουλιανή είναι νοτισμένο με τα πάθια και τους καημούς της προσφυγιάς, τη φτώχεια και την επιβεβλημένη εσωτερική μετανάστευση για τη γενιά των πατεράδων μας, τις δικές μας παιδικές κι εφηβικές μνήμες.

Τα καλοκαίρια στην πίσω αυλή τα τζιτζίκια από νωρίς κουρντίζονται ποιο θα πρωτοψάλλει την αγιοσύνη του οίκου. Δεν είναι ν’ απορείς που όλα μου τα προσκυνήματα στο ναό της Γυναίκας τα φαντάζομαι πάντοτε ανάσκελα, με το τραγούδι του τζίτζικα και κοιτώντας τα δοκάρια της οροφής στο καμαράκι. Κι ας έχω να μπω εκεί μέσα τριάντα πέντε και βάλε χρόνια.

Ίσως όμως δεν είναι μόνο το σπίτι του παππού και της γιαγιάς τέτοιο. Όλα τα σπίτια του εποικισμού, στην Αμμουλιανή και όπου αλλού, μια τέτοια παρόμοια ιστορία      -λέω- κουβαλούν. Όταν και το τελευταίο απ’ αυτά ενδώσει στη φθορά ή την επονομαζόμενη πρόοδο, τότε θα έρθει η ώρα της αυτοεκπληρούμενης προφητείας του παππού. Σ’ έναν υπερουράνιο χώρο, σε σχηματισμό όπως τα μεταναστευτικά πουλιά, τα σπίτια θ’ αρχίσουν να φτεροκοπούν όλα τις στέγες τους και με τον παππού μου πρωτολάτη θα πετάξουν στις παλιές πατρίδες.

Τα καλοκαίρια θα κουρντίζονται από νωρίς ποιο θα πρωτοψάλλει τον πρόσφυγα Άνθρωπο.

 

Κ.Κ. 07-’22

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

 


Δελτάριο σ’ έναν ποιητή

 

Θεσσαλονίκη, 18-07-2022

Αγαπητέ Νίκο Καρούζο,

μη με διαβάζεις όταν δεν έχεις παρακολουθήσει τις τιμές του αίματος αγνώστων. Δεν είναι συναρπαστικές οι δυνατότητες μόνο στον ουρανό. Στον χώρο αναμονής ενός ιατρείου δύο άγνωστοι με θεσπέσιες ειδήσεις απ’ το σώμα ρέουν –τα πρόσωπά τους– ο ένας μέσα στον άλλον. Γήινος ο Μπέργκμαν –δεν ξέρω αν σου άρεσε.

 

Σε φιλώ,

Κώστας