Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

 


Ain’t no sunshine

 

Τον Χ σπανίως τον βλέπαμε στο μαγαζί. Τις λίγες φορές που ερχόταν ψώνιζε στα γεμάτα και μου άφηνε μάλιστα γερό μπαξίσι. Δούλευε μηχανικός στη ΔΕΗ και τον περισσότερο καιρό έλειπε σε έργα. Αυτό γι’ άλλους στη γειτονιά θα ’ταν σίγουρα ευκαιρία για ξένα κρεβάτια, μα αυτός ήταν από πάντα γνωστός για τη λατρεία που έτρεφε για τη γυναίκα του.

Όταν εκείνη έπεσε στο στρώμα, στάθηκε δίπλα της νύχτα μέρα. Χρόνια ολόκληρα. Μα η αρρώστια είχε αποφασίσει αλλιώς. Στην κηδεία της δεν έβγαλε άχνα και έκτοτε έζησε σε ασκητική σχεδόν αφωνία. Απ’ το σπίτι δεν έβγαινε παρά μόνο για τα χρειώδη, επιβιώνοντας με μια ψευτοσύνταξη, που είχε βγάλει πρόωρα, για να της παρασταθεί. Παρ’ όλα αυτά, το μπαξίσι, έστω και κουτσουρεμένο, συνέχισε να μου το δίνει, μέχρι που η αρρώστια άρχισε να τον χτίζει κι αυτόν μέρα με τη μέρα στον τάφο.

 

Τις προάλλες τον είδα στον ύπνο μου. Τον είχα, λέει, καθηγητή κιθάρας στο πανεπιστήμιο. Η σχολή έκλεινε αιφνίδια με κυβερνητική απόφαση και σαστισμένοι φοιτητές και καθηγητές διοργανώναμε συναυλία διαμαρτυρίας.

Όταν ήρθε η σειρά του, με ανέβασε στο πάλκο, για να παίξουμε το aint no sunshine when shes gone. Κι ό,τι φωνή δεν έβγαλε χρόνια χηρεύοντας την έβγαλε εκείνη τη στιγμή, νότα τη νότα, φράση τη φράση, χορδή τη χορδή πάνω στο όργανο. Κοιτούσαν όλοι οι γείτονες κόκαλο.

Την ώρα που κατεβαίναμε με χαιρέτησε αφήνοντάς μου το πιο γερό μπαξίσι. «Όλοι κάτι χρωστάμε σ’ αυτή τη ζωή», είπε.

 

Ύστερα χτύπησε το ξυπνητήρι για τη δουλειά.

 

Κ.Κ. 13-09-’26

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

 https://www.youtube.com/watch?v=tYYGeHSQag0



Η ΣΠΟΡΑ

 

Ξεκινάμε τη χριστουγεννιάτικη συναυλία η χορωδία. Μπαίνουν τα κορίτσια. Ύστερα κι οι υπόλοιποι. Κοιτάμε στα μάτια τη μαέστρο. Είμαστε σύνολο. Αποχωρούμε προσωρινά.

Όσο η ορχήστρα παίζει τα δικά της, ένας κατά συνείδηση αγνωστικιστής, ένας κατά συνείδηση προτεστάντης κι ένας κατά συνείδηση καθολικός συζητάμε για ηθική. Η καταλλαγή μάς σπέρνει.

Η χορωδία βγαίνουμε ξανά. Η ορχήστρα μαζί μας. Χειροκροτήματα κι ενθουσιασμός στο φινάλε. Η γιορτή τελειώνει. Μέσα μας ακόμη καταυγάζει η ανέσπερη, η άκτιστη σπορά.

 

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ

 

Κ.Κ. 24-12-2025

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

 


Ψηλά

 

Παίρνεις τον δρόμο για τ’ Αλώνια. Στον ανήφορο η πόλη ψάλλει το αίμα της. Στέκεσαι στην αγαπημένη σου εκκλησιά. Πας ίσια στο ψαλτήρι κι αρχινάς. Τα τεριρέμ σκαρφαλώνουν στον τρούλο. Η σφαίρα στροβιλίζεται. Κάθε χρόνο και πιο ψηλά τραγουδάς –στ’ Αηδόνια.


Κ.Κ. 07-12-2025

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

 


Κάθε 17η του Νοέμβρη

 

Μαυρίζει το αίμα όταν ξεραίνεται

 

όμως τα κόκαλα

–ιδίως τα σκοτωμένα–

χρόνο τον χρόνο

λάμποντας λιώνουν

σε πάλλευκη φωταύγεια

 

χαραμάδα

στο σκοτάδι των καιρών

 

Κ.Κ. 17-11-2025

Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

 


ΠΥΡΟΦΑΝΙ

 

Παραμονή Δεκαπενταύγουστου το πυρό ηλιοβασίλεμα στο Βρότσλαβ μια σαγήνη. Στον ναό της Αγίας Ελισαβέτ μουσικές. Το Ave Maria. Μπήκα.

       Το φως μέσ’ απ’ τα βιτρό φανέρωνε και φανερωνόταν. Ο γοτθικός ναός με τα οξυκόρυφα τόξα και την καθ’ ύψος ανάπτυξη εκβίαζε το βλέμμα μου προς τα πάνω. Μα κάτι το κρατούσε χαμηλά.

       Στο πυροφάνι οι λάμπες στην πλώρη φωτίζουν τελετουργικά την πορεία των ψαριών προς τον θάνατο.

       Το καρότσι έμοιαζε παιδικό. Ο άντρας, γενειοφόρος, γύρω στα τριάντα, βρισκόταν εκεί ανακεκλιμένος, με το βλέμμα αναπότρεπτα ψηλά, στο άνωθεν φως. Με το αριστερό χέρι υψωμένο, τιναζόταν απότομα προς τα εμπρός κι ύστερα έπεφτε με φόρα προς τα πίσω, σε μιαν ατέρμονη προσπάθεια ν’ αγγίξει, λες, τη δόξα των ουρανών. Η κίνηση αυτή διακοπτόταν από κάτι μακριές υφασμάτινες λωρίδες που μασούσε πότε πότε μέχρι να τις φτύσει κάτω, στο δάπεδο του ναού. Ήταν κρεμασμένες στο πίσω μέρος του καροτσιού, όπου στέκονταν όρθιοι οι γονείς του. Έσκυβαν τακτικά προς το μέρος του χαϊδεύοντάς του το κεφάλι. Στον ενδιάμεσο χρόνο χαμογελούσαν και δε θα ’ταν υπερβολή να πω ότι φλέρταραν μεταξύ τους, σαν να ’χαν μόλις γνωριστεί.

       Μόλις τέλειωσε το Ave Maria, βγήκα. Δεν χρειαζόταν, άλλωστε, τίποτε άλλο να δω.

       Στο πυροφάνι κάθε ιχθύς συμβολίζει δύο τεμνόμενα οξυκόρυφα τόξα, που θεώνονται τελετουργικά, ανυψούμενα στη δόξα των ουρανών.

 

 

*πυροφάνι το [pirofáni] Ο44 : ειδική σχάρα στην πλώρη μικρού αλιευτικού επάνω στην οποία τοποθετούνται ένα ή περισσότερα φανάρια που το φως τους προσελκύει τα ψάρια.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής,

https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9&dq=

Η φωτό από το εσωτερικό της Αγίας Ελισάβετ

 

Κ.Κ. 30-08-’25

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

 


Μισές αλήθειες

 

Αυτός ο τόπος –όπως και όλοι αυτοί οι τόποι– υπήρχε από πάντα. Αυτό το σπίτι –πέτρα την πέτρα– υπήρχε από πάντα. Αυτό το κυπαρίσσι –χελιδόνι λες, μπαμπάκι του πάνω κόσμου και κατράμι του κάτω– υπήρχε από πάντα.

       Κι αυτή η μέρα –όπως όλες αυτές οι μέρες– υπήρχε από πάντα. Μόνο η επιγραφή μπήκε ύστερα. Ίσως γι’ αυτό να παραλείπονται δωσίλογοι και ντόπιοι συνεργάτες.

 

ΚΟΙΝΟΤΑΦΕΙΟ – ΟΣΤΕΟΦΥΛΑΚΕΙΟ

ΚΑΕΝΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ

ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ

ΤΗΝ 2-9-1944

ΟΙΚΙΑ ΝΤΑΜΠΟΥΔΗ


Κ.Κ. 26-08-'25

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

 


Ο νικητής

 

«τον χρόνο ποιος τον νίκησε;»

συλλογιέμαι

όσο το βλέμμα μου

–πέρασαν μήνες–

ορίζει ξανά το πρόσωπό σου

 

σα να μ’ άκουσες

–μ’ άκουσες, δεν μπορεί–

 

«μου ’λειψες»

μου λες

πνίγοντας ένα δάκρυ


K.K. 19-07-2025

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

 


Ο Αντωνάκης μας

 

«Θα κάτσεις να σε κεράσω καφέ»;

«Πάλι κερνάς καφέδες; Μέσα θα το βάλεις το μαγαζί...»

Αυτός ο διάλογος –που επαναλαμβάνεται αδιάλειπτα– είναι εδώ και χρόνια μέρος της τελετής των επισκέψεών μου στο βιβλιοπωλείο του Αντωνάκη. Αντωνάκη τον λέμε όλοι, μικροί - μεγάλοι, μισοαγαπητικά μισοϋποτιμητικά –η γνωστή αμφισημία των χαϊδευτικών. Μέσα στο βιβλιοπωλείο φωτογραφίες με τον Ρασούλη, τον Μπουτάρη και τον Μέσκο. Πώς να τον φωνάζανε κι αυτοί;

Μια σταλιά μέρος το Κεντρί, σαν κουφάλα μεγάλου δέντρου, τρεις άνθρωποι όρθιοι με το ζόρι χωράνε και τα βιβλία να σκαρφαλώνουν μέχρι και στους τοίχους –του πνεύματος άγριες περικοκλάδες. Σε μια γωνιά χωμένη και η ταμιακή με το κομπιούτερ, με το οποίο ο Αντωνάκης δεν τα έχει και πολύ καλά· τις παραγγελίες τις σημειώνει χειρόγραφα σε τετράδιο και δασκαλεύει και τους υπαλλήλους του να πορεύονται αναλόγως.

Το Κεντρί είναι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης –τι κέντρο δηλαδή, καράκεντρο, στο Ναβαρίνο– και ως εκ τούτου είναι και κέντρο διερχομένων, στέκι βιβλιόφιλων και γραφιάδων παντός είδους, τους οποίους ανελλιπώς κερνά καφέδες ο Αντωνάκης παρά τις επίμονες επιπλήξεις μου. Δίνουν και παίρνουν, καιρού επιτρέποντος, οι καφέδες –και ενίοτε και οι ρακές– στο ξύλινο τραπεζάκι που βγαίνει εν τω άμα και στήνεται με τα νώτα στο γαλεριανό συγκρότημα, προς την πλευρά της παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Δε μασάει από μιζέριες το αφεντικό· είναι άπλα και κερνάει αβέρτα.

Δε θα ξεχάσω τη χαρά που πήρα, όταν είδα το πρώτο μου βιβλίο στη βιτρίνα του Αντωνάκη. Και δεν είναι μόνο που το αφεντικό είναι ενημερωμένο όσο λίγοι της δουλειάς ή ότι το βιβλιοπωλείο είναι στο Ναβαρίνο, κι όσο να πεις όλο και κοντοστέκονται οι φιλαναγνώστες πάσης φύσεως και κοιτούν. Είναι που για κάθε συγγραφέα, Θεσσαλονικιό ειδικά, η βιτρίνα του Αντωνάκη είναι το Γουέμπλεϊ των βιβλίων. Ένας ποιητής της πόλης μού είπε κάποτε εμπιστευτικά: «Είναι αλλιώς εδώ· ψηλώνεις.»

Με τον Αντωνάκη ταιριάζουμε και στα πολιτικά. Πηγαίνουμε μάλιστα ενίοτε παρέα και στις πορείες, ανελλιπώς δίνοντας κάθε χρόνο το παρόν σ’ αυτήν του Πολυτεχνείου. Πιάνουμε τότε κάτι κουβέντες ανερμάτιστες, απ’ τη μια όλα μας φταίνε κι απ’ την άλλη venceremos και αριστερό εξτρέμ αισιοδοξία, μπαίνουμε στη Σαλονίκη καβαλαρία στ’ άλογα, όπως ο καπετάν Νικήτας του ΕΑΜ.

 

«Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή» λέει η αλεπού στον Μικρό Πρίγκιπα του Εξυπερύ. Κι ο Αντωνάκης, ο Αντωνάκης μας, είναι και μαέστρος και τελετάρχης και μύστης μέγας της ραστώνης και της αχρονίας. Στα βιβλία του, τα κρεμασμένα θαρρείς ώρες ώρες απ’ το ανάστροφο κοχύλι του ουρανού, μα πιο πολύ στο βλέμμα του, ψάχνουμε όλοι οι θαμώνες εκείνες τις στιγμές που σπάνε το φράγμα του πεπερασμένου μας χρόνου.


Κ.Κ. 14-05-2025

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

 


Δικαίωση

 

Έτσι τα ’φερα.

Μια ζωή

με το μαχαίρι στην πλάτη.

 

Και δεν ήταν που δεν ένιωθα

κάθε φορά

τα βήματα πίσω μου

να πλησιάζουν.

 

Ήταν που έδινα

στους επίδοξους δολοφόνους μου

μια τελευταία ευκαιρία

να μετανοήσουν.

 

Επαξίως έτσι διεκδικώ

τον τίτλο του βλάκα.

 

Κάποιοι με λένε ποιητή.

 

Κ.Κ. 21-03-2025

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

 


Αγέλη

 

μια μαύρη κόρη

με το μαύρο της κορμί

–ξόανο σωστό

δόξα της προσκύνησης–

 

βογκάει τις μέρες της

πάνω σε μαύρες κλίνες

ματώνει τις ρώγες της

πάνω στην κόψη των χαρτονομισμάτων

 

τα ξημερώματα

μετά τη βάρδια

τσιγάρο στο τσιγάρο

η ίδια σκηνή

 

ο θειος της στην καλύβα

κι εκείνη κουτάβι

με το φίμωτρο στο στόμα

 

«η μάνα της την είχε ορμηνέψει

για το δόντι των αρσενικών»

–να λένε οι άλλες γυναίκες

 

τέλος θυμάται τον μάγο

πώς κάποτε

που η φυλή στροβιλιζόταν

γύρω απ’ τη φωτιά

την είχε κι αυτός ξορκίσει

 

«μη σηκώσεις το βλέμμα σου κατάντικρυ στον ήλιο

μην ξεγελαστείς»

 

(Όχι πως το σήκωσε ποτέ της.

Κι ίσως βέβαια ακριβώς γι’ αυτό

να μην τη συγχώρησε ποτέ κανείς.)

 

Κ.Κ. 2021-2025

(Η φωτό αλιευμένη από το διαδίκτυο)


Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

 


Οι μοδίστρες

 

Αντάμωσαν ξανά ύστερα από χρόνια, στη Ναυτιλιακή, δίπλα στη Ροτόντα, μέρα λαμπρή του χειμώνα που θα ’σβηνε λίγο αργότερα πίσω απ’ τον Όλυμπο σε φωτογραφικό ηλιοβασίλεμα. Ούτε και που το ’χανε βεβαίως σχεδιάσει, τυχαία έγινε, όπως άλλωστε γίνονται όλα αυτά.

       Δίπλα δίπλα τα τραπέζια. Αλλάξανε κεράσματα κι ευχές δυο φορές –για τα Χριστούγεννα– κι έπειτα χάθηκε καθεμιά στην παρέα της όσο ο υπόγειος διάλογος φούντωνε κάτω απ’ τα πιάτα με τα ψαρικά.

Αδερφές μοδίστρες, χρόνια στο βελόνι, να ράβουνε πάντα μαζί την υψηλή κοινωνία, μηχανικούδαινες, γιατρέσσες και τα λοιπά. Οι γονιοί τους, πρόσφυγες από τη θάλασσα του Μαρμαρά, εγκαταβιούσαν στα ύστερά τους στο πίσω δωμάτιο από το διαμέρισμα-ραφτάδικο. Στο ίδιο δωμάτιο η μεγάλη –που αν υπάρχει Θεός, θα έχει σίγουρα αγιάσει– γηροκομούσε πρώτα τα πεθερικά της, καθώς και μια θεια της αργότερα. Στο μεταξύ, όσο αυτές ξενυχτούσαν για να προλαβαίνουνε τις ημερομηνίες, κάτι παιδιά μεγαλώνανε μισομόνα τους παίζοντας με τα ρετάλια και διαβάζοντας στο ίδιο τραπέζι με τη φορμάικα, όπου απλώνονταν τα πατρόν. Οι σύζυγοι πρόκοψαν - δε πρόκοψαν με τις δουλειές –κι ούτε που ξέρω τι θα γινόμασταν μικροί-μεγάλοι, αν δεν ήτανε το βελόνι· σ’ αυτό άλλωστε χρωστάω την ίδια μου την ύπαρξη κι εγώ.

Είχανε βεβαίως και χαρές οι μοδίστρες, τα παιδιά σπουδάσανε όλα, κάνανε δικές τους οικογένειες, εξόν ένα. Η μικρή ίσα που πρόλαβε να δει το πρώτο της εγγόνι –έφυγε από εγκεφαλικό στα εβδομήντα πέντε της, πριν ακόμη εκείνο χρονίσει. Η μεγάλη τα κανάκεψε περισσότερο, όσο τουλάχιστον είχε τα καλά της. Γιατί ήρθαν αρρώστιες ύστερα και γηρατειά και κείνη, που πάντα ήταν πούπουλο που χάιδευε τους άλλους, έγινε μολύβι ασήκωτο και το μυαλό της γυρνούσε ποιος ξέρει πού.

Παλιά πράγματα, ψαλιδισμένα τόπια, ρετάλια στο ραφτάδικο. Κι ούτε βεβαίως που ανταμώσαν οι μοδίστρες στη Ναυτιλιακή –είναι εξάλλου από χρόνια πεθαμένες. Μόνο εμείς ανταμώσαμε, τυχαία, όπως άλλωστε γίνονται όλα αυτά, εγώ, ο γιος της μικρής με την κόρη της μεγάλης, τα ξαδέρφια, που ασπρίζουμε κι οι δυο μας τώρα πια για τα καλά, κι έρχονται κι αυτά και στριμώχνονται, εμμονικά, χρονιάρες μέρες, κάτω απ’ τα πιάτα με τα ψαρικά στο διπλανό τραπέζι, μακαριά για τους κεκοιμημένους.

 

Κ.Κ. 23-12-2024


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

 


Ακρωτήρι

 

Πέφτω για ύπνο· κουρέλι. Ξυπνώ κλαίγοντας, με μια αγωνία θανάτου. Μ’ αρπάζει η μάνα μου και με κολλάει στη ρόγα. Χτυπάν την πόρτα τα παιδιά για κάλαντα.

Ακόμα τώρα, θηλάζω ουρανό.


Κ.Κ. 22-12-2024

(Γ. Ιακωβίδης, Παιδικό κονσέρτο, 1894)

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024

 


Ολόγιομος

 

είναι κάποιος

μαζί του παίζουμε κρυφτό

σαν το φεγγάρι

πίσω απ’ τα σύννεφα

 

μια μέρα

ολόγιομος

θα λάμψει

 

Κ.Κ. 12-10-’24


Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2024



Σκιές

 

αίμα σφαγμένο σε λευκό τραπεζομάντιλο

οι ανταύγειες των κερμάτων στο τραπέζι

οι σκιές και το σκοτάδι

καμιά προδοσία

ανέξοδη

 

Κ.Κ. 14-09-’24


Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

 




μοιράδι

 

παίζουμε όλοι

–ο καθείς βεβαίως χωριστά–

στο ίδιο στημένο παιχνίδι

με τον ίδιο αδιόρατο αντίπαλο

 

απ’ το ατομικό μας σκορ συνάγεται

ότι οι διαθέσεις του

απλώς

ποικίλουν

 

Κ.Κ. 07-09-’24

Η φωτό από το διαδίκτυο

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2024

 


Μέριλιν

 

Να σηκώσει λέει έναν αέρα

να μας φουσκώσει τα μυαλά μπαϊράκι

σαν το φουστάνι της Μέριλιν

να πετάξουμε μακριά από λέξεις όπως

λευκά είδη

παράλληλη σχέση

ασφάλεια καταθέσεων

 

κι έτσι αερόστατοι

κι ασύνοροι

-αζάλιστοι ωστόσο και στοχαστικοί-

να ορκιστούμε ο ένας στον ίλιγγο του Άλλου

και στης στιγμής την ιερή καταστροφή.

 

 

«Άντε καληνύχτα τώρα μωρό μου» μου ψιθυρίζεις. «Αύριο Κυριακή. Διπλό μεροκάματο.

Τετάρτη λήγει η δόση του στεγαστικού.»

 

Κ.Κ. 12-08-’24

 

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

 


Όταν χαμογελάς

 

Όταν χαμογελάς

χλωμιάζουν οι σκιές ανάμεσά μας

και κατεβάζουν τ’ αυτιά

ίδιο σκυλί

 

όταν

 

Κ.Κ. 03-08-2024


Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

 


Πυθίες

 

Θέρος βαθύ. Το τραγούδι του τζίτζικα μέσα στην πάσα νύχτα. Λίβας. Ένα φεγγάρι σταυρώνεται στον ουρανό.

Μέρα τη μέρα σκληραίνουμε σ’ αυτήν την έρημο. Το δέρμα μας αγκάθι ανελέητο. Ο καθείς και η δεξαμενή του. Πυθίες όσοι προφήτεψαν την ξηρασία του μέλλοντος.

 

Κ.Κ. 21-07-’24

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

 


Κυρά του απομεσήμερου

 

Είπα θα σε ξεχάσω πια

για τα καλά

αλλά πρόβαλες πάλι μέσ’ απ’ τα κύματα

κυρά του απομεσήμερου

κι η γητειά σου μ’ αγκάλιασε

οι αμμούδες σου μου γιάνανε τα μάτια

οι θάλασσές σου ανάστησαν τον κόσμο μου

 

Κυρά του απομεσήμερου

σπυρί σπυρί φεγγοβολάει τ’ αλάτι σου

μέσα στα σχίνα σου λιμπίστηκα για πρώτη φορά το καλοκαίρι

μες στις αυλές σου κρυφάκουσα την προσφυγιά

μες στα σοκάκια σου περπάτησα τη ζωή μου

 

Κυρά του απομεσήμερου

πόσους όρκους ακόμη για σένα

 

πετράδι μου

παιδική μου αγάπη

ρόδο αμάραντο

 

Κ.Κ. 30-06-’24